Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΠΟΤΕ



Eνα συγκινητικό διήγημα - μια αληθινή ιστορία
του Μανώλη Κ. Βιλαντώνη

Στην παλιά χώρα δίπλα από την θάλασσα σε κάτι παλιά πέτρινα σπίτια το ένα πλάι από το άλλο γεννηθήκαμε εγώ και ο φίλος μου ο Βλάσης, εγώ το Σάββατο και μια μέρα αργότερα Κυριακή ο Βλάσης.
Οι γονείς μας δεν έκαναν την ίδια δουλειά, ο πατέρας μου ήταν ψαράς και του Βλάση οικοδόμος ήταν όμως πολύ καλοί φίλοι και πολλές φορές  έπιναν το κρασάκι τους στην ταβέρνα η μαζευόντουσαν στα σπίτια τους. Όταν γεννηθήκαμε με τον Βλάση οι γονείς μας θέλησαν μαζί να  γιορτάσουν τον

ερχομό μας και μας τίμησαν με πλούσιο τραπέζι φέρνοντας λαϊκούς οργανοπαίκτες με προσκεκλημένους την πάνω και την κάτω γειτονιά .
Οι πόρτες των σπιτιών εκείνα τα χρόνια  ήταν συνέχεια ανοιχτές και σχεδόν όλοι οι γειτόνοι αγαπημένοι έμπαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου, ή καθόντουσαν έξω στις μεγάλες πεζούλες βεγγερίζοντας και συζητούσαν. Οι γυναίκες έμπλεκαν, ή έκαναν κέντημα και τα παιδιά τριγύρω ένα τσούρμο φώναζαν και έπαιζαν. Σε αυτή την γειτονιά με τα πολλά παιδιά τις φωνές και τα παιχνίδια που ολημερίς παίζαμε, όπως το κρυφτό, το κουτσό, το ξυλίκι, τις  μπίλιες, τους κλέφτες και τους αστυνόμους  ακόμη ποδόσφαιρο και τόσα άλλα. Η κυρά Μαργαρώ να φωνάζει ότι κάνουμε συνέχεια φασαρία και θα καλούσε την αστυνομία πράγμα που δεν έκανε ποτέ. Ο μπάρμπας Στέφανος καλοκάγαθος γέρος τον πειράζαμε και του κρύβαμε τα πράγματα του, δεν μας μάλωνε μόνο μας έλεγε «δεν θα μεγαλώσετε, τότε θα καταλάβετε».
Με τον Βλάση ίσως ταίριαζαν οι χαραχτήρες μας και από μωρά πάντα είμαστε μαζί και σχεδόν είχαμε τις ίδιες προτιμήσεις και θέλαμε τα ίδια πράγματα. Μικρά παιδάκια  μας άρεσε η θέα των πολλών  καϊκιών στο λιμάνι της Νάξου χαζεύαμε τις πολλές ξύλινες βάρκες, τους ψαράδες με τα δίχτυα τους και τους εργάτες να ξεφορτώνουν από διάφορες βαρκαλάδες διάφορα εμπορεύματα ακόμη καρπούζια η και κιούπια .Όλα αυτά πυροδότησαν την φαντασία μας και μας έκαναν να αγαπήσουμε την ζωή και την περιπέτεια των ναυτικών μας.
τα παιδικά μας ονειρα πυροδοτησαν τη
φαντασία μας ...
Tου Βλάση από μικρός έπιαναν τα χέρια του και έφτιαχνε πράγματα που προκαλούσαν τον θαυμασμό για την ηλικία του .Μια μέρα του ήρθε να φτιάξει μια βάρκα, είμαστε γύρω στα οκτώ. Ο παππούς του που είχε πεθάνει πριν λίγα χρόνια ήταν μαραγκός και το εργαστήρι του το είχε κάτω από το σπίτι τους, ήταν κλειστό με τα εργαλεία τοποθετημένα στην θέση τους. Με βοηθό εμένα τα απογεύματα κατεβαίναμε στο εργαστήρι και κατασκευάζαμε την βάρκα . Ο Βλάσης με μαεστρία και ταλέντο που κληρονόμησε από τον παππού του, έκοβε από τα ξύλα που υπήρχαν στο εργαστήρι και αυτά που είχαμε βρει και μείς και τους έδινε σχήμα και μορφή. Μια μικρή βαρκούλα κειμήλιο από τον παππού του,  για να λέμε τα κάλαντα την είχε μπροστά του σαν καλούπι και την έβλεπε, όμως η δική του βάρκα θα γινόταν μεγαλύτερη στο μέτρο περίπου. Εγώ τον έβλεπα και περισσότερο φλύαριζα Φλυαρίζαμε και πλάθαμε όνειρα για μια βάρκα τρανή γεμάτη στολίδια, και μείς σαν πρώτος και δεύτερος καπετάνιος να αρμενίζουμε σε λιμάνια ονειρευτά και απάνεμα, κοπελιές να μας δέχονται και να μας χαιρετούν με τα μαντήλια τους. Μετά από δύο χρόνια η βάρκα τελείωσε  ήταν ένα σκαρί όμοιο και καλύτερο από του παππού έδωσε και το όνομα της μάνας του "ΕΛΠΙΔΑ".
Μια αυγουστιάτικη μέρα όπου γλυκά το κύμα φλοισβίζοντας έσβηνε στην αγκαλιά της άμμου στην ακρογιαλιά της γρόττας εκεί που θα ρίχναμε την βάρκα μας. Την κρατούσαμε προσεχτικά  ο ένας από την πλώρη και ο άλλος από την πρύμνη και καμαρωτά πηγαίναμε στη θάλασσα. Ο Βλάσης ένιωθε σαν τιμώμενο πρόσωπο, και μου είπε θα δεις, με την γαλήνη και το λιγοστό αεράκι τη όμορφα θα ταξιδεύει. Την ρίξαμε στην θάλασσα, μόνο σαμπάνια που δεν σπάσαμε, μα αλλοίμονο προτού πάει ένα μέτρο η βάρκα βούλιαξε. Τα μεγάλα μάτια του Βλάση σκοτείνιασαν έγινε αγνώριστος ίσως το μακρινό ταξίδι της βάρκας του που οραματίζονταν με κείνον καπετάνιο δεν έγινε, δεν θα γινόταν ποτέ.
έπρεπε να την βάλουμε πρώτα στο νερό να σφίξουν
 οι πόροι και μετά να την καλαφατίσουμε και έπειτα .. στην θάλασσα
Ο πατέρας μου είπε ότι έπρεπε να την βάλουμε πρώτα στο νερό να σφίξουν οι πόροι και μετά να την καλαφατίσουμε και έπειτα να την ρίχναμε στην θάλασσα. Την πρώτη φορά είπαμε την πατήσαμε αλλά δεν θα υπάρχει άλλη, σε λίγες βδομάδες θα την διορθώναμε και η βάρκα μας θα ταξίδευε περήφανα.. Όμως τα σχέδια μας ναυάγησα το γράμμα από την Αμερική ήρθε μετά από λίγες μέρες, ήταν από τον αδελφό του πατέρα του Βλάση, που τους καλούσε να πάνε για δουλειά εκεί. Ο πατέρας του αντιμετώπιζε πρόβλημα από έλλειψη εργασιών στην οικοδομή και έτσι πήραν την δύσκολη και μεγάλη απόφαση να φύγουν, και αυτό το έκαναν άμεσα, το σπίτι τους το κράτησαν για έρχονται τακτικά.
Δεν υπήρχε δουλειά στην οικοδομή και η οικογένεια
 του φίλου μου Βλάση έφυγε για την Αμερική ...

Με τον Βλάση χαιρετιστήκαμε με δάκρυα στα μάτια μου υποσχέθηκε ότι θα μου έγραφε και θα γύριζε να ρίξουμε την βάρκα μας στην θάλασσα. Ανταλλάζαμε  γράμματα , τηλέφωνα δεν υπήρχαν, μόνο από τον ΟΤΕ μπορούσαμε αλλά και εκεί δεν ήταν εύκολα, μου έγραφε για τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στην αρχή.
Τα χρόνια πέρασαν η αλληλογραφία αραίωσε όπου σταμάτησε στο τέλος τελείως, ίσως να έφταιγε ότι τον χρόνο μας τον διαθέταμε   και κάναμε αγώνα για την δική μας επαγγελματική αποκατάσταση.


τα χρόνια περνούσαν αλλα χωρίς το Βλάση στην παρέα...
Μετά από πολλά πολλά χρόνια πήρα γράμμα του, με συγκίνηση μου έγραφε ότι δεν με ξέχασε ποτέ ότι παντρεύτηκε μια αμερικανίδα, έχει δύο παιδιά αγόρι και κορίτσι και έχει ανοίξει ελληνικό εστιατόριο, οι δουλειές του πάνε πολύ καλά και σκοπεύει σε λίγα χρόνια που θα αναλάβουν τα παιδιά του να έρθει και να μένει περισσότερο στην Ελλάδα και το όνειρο της βάρκας δεν το ξέχασε ποτέ. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο τον έπαιρνα και με έπαιρνε τακτικά, του είπα και εγώ για την οικογένεια μου και την δουλειά μου.
Πέρασαν ακόμη μερικά χρόνια με πήρε τηλέφωνο και επιτέλους τακτοποίησε όλες τους τις εκκρεμότητες και σε λίγες ημέρες θα ερχόταν στην Ελλάδα.  H πρώτη δουλειά που έκανε όταν πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα ήταν να παραγγείλει να του φτιάξουν μια καλή βάρκα και μετά ήρθε στο νησί του. Η συνάντηση μας ήταν πολύ συγκινητική είχαμε περάσει τα πενήντα και τα μαλλιά μας λίγο είχαν ασπρίσει  όμως τα μεγάλα μάτια του διατηρούσαν εκείνη την σπιρτάδα που είχαν όταν είμαστε μικροί. Είχε σκοπό να επισκευάσει το σπίτι αλλά πρώτα θα γίνει η βάρκα μου έλεγε, και αυτή την φορά θα δεις θα κάνουμε τα ταξίδια που ονειρευόμαστε. Πήγαινε κάθε τόσο και παρακολουθούσε τις επί μέρους εργασίες της βάρκα του και ήταν ευχαριστημένος. Το ειδοποίησαν να πάει να την πάρει, και είχε την ίδια αγωνία όταν τότε μικροί που πηγαίναμε να ρίξουμε την μικρή βάρκα στην θάλασσα, με πήρε τηλέφωνο δεν πρόλαβα μου είπε το πρωινό καράβι και έρχομαι μαζί με την βάρκα με το απογευματινό. Ήταν εκείνο το τραγικό βράδυ που το Σάμαινα τράκαρε τις πόρτες έξω από το λιμάνι της Πάρου προσπάθησε και έσωσε άλλους ανθρώπους τον εαυτό του δεν τον έσωσε.
Θυμήθηκα τα παιδικά μας χρόνια,τα παιχνίδια μας, την βάρκα που δεν ταξίδεψε, την κυρά Μαργαρώ και τον κύριο Στέφανο, και είπα Θεέ μου γιατί..
Τα παιδιά του είχαν ζήσει στην Αμερική και δεν είχαν σκοπό να γυρίσουν στην Ελλάδα και έβαλαν πωλητήριο στο σπίτι τους. Κατεβήκαμε κάτω στο εργαστήρι του παππού του η βάρκα η ΕΛΠΙΔΑ σε μια γωνιά τυλιγμένη μέσα σε ένα νάιλον όπως την είχαμε αφήσει, Παρακάλεσα τον γιό του να την αγοράσω αυτός μου την χάρισε .
Την στόλισα σε μια ωραία γωνιά του σπιτιού μου για να θυμάμαι τον φίλο μου το Βλάση και ίσως ποίος ξέρει κάποτε μπορεί να συναντηθούμε σε χρυσαφένιους ορίζοντες στην αγκαλιά της θάλασσα, και τότε καπετάν Βλάση σίγουρα θα κάνουτα ονειρεμένα ταξίδια που δεν πραγματοποιήσαμε στην ζωή αυτή ….


ΜΑΝΩΛΗΣ Κ. ΒΙΛΑΝΤΩΝΗΣ
Το λιμάνι της Νάξου ήταν γεμάτο βάρκες ...

Πολλές οι βάρκες στο λιμάνι και τα παιδικά μας όνειρα
οργίαζαν ...

Μια απο τις πιο γνωστές βάρκες του λιμανιού.
 Η βάρκα του Μπάρμπα Κώτσου

Το σκαρί στο καρνάγιο για μαστόρεμα
To Bήμα της Νάξου συνεχίζει τη σειρά ανέκδοτων διηγημάτων που έχει γράψει ο Μανώλης Κ. Βιλλάντώνης, ένας Ναξιώτης λαϊκός λογοτέχνης που αγαπάει με πάθος τον τόπο του και την θάλασσα. Η μεγάλη του αυτή αγάπη τον έχουν κάνει να γράψει πολλές θαλασσινές ιστορίες και ποιήματα, πολλά απο τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει. Τα βιβλία του Μαν. Βιλαντώνη είναι "Οι λεμβούχοι της Νάξου", "Το λιμάνι της Νάξου", "Παροναξία" και "Ψαράδικες Ιστορίες".
Το τελευταίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και διατίθεται, όπως και τα άλλα, σε προσιτές τιμές στα βιβλιοπωλεία της Νάξου.
έχουμε δημοσιεύσει τις ιστορίες:
"Ο ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ"
http://vimanaxou.blogspot.gr/2013/11/blog-post_21.html
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
"ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ"
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ
ΤΟ ΚΑΣΕΛΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

Ποιος είναι ο Μανώλης Κ. Βιλαντώνης
Γεννήθηκε στη Χώρα Νάξου. Μετά τις Γυμνασιακές Σπουδές μετέβη στην Αθήνα και τέλειωσε τη Σχολή Εργοδηγών Δομικών Έργων στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Προσελήφθη στη ΔΕΗ ως εργοδηγός και μετά από χρόνια εργασίας συνταξιοδοτήθηκε. Παντρεύτηκε τη Μαρία Φυσιλάνη από την Πάρο και έχει δυο παιδιά. Είναι γόνος πολυμελούς και πολύ αγαπητής οικογένειας της Χώρας Νάξου και σήμερα που ξεκινάμε αυτό το αφιέρωμα για τον Μανώλη, γιορτάζει η πολιούχος της πόλης "Χρυσοπολίτισσα" που βρίσκεται στη γειτονιά του λίγα μέτρα απόσταση απο την πατρική του κατοικία.

Ο φιλόλογος Γιάννης Λογαράς έγραψε με αφορμή την τελευταία κυκλοφορία:
"Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του ταλαντούχου συγγραφέα κ. Μανώλη Κ. Βιλαντώνη με εκπληκτικές ψαράδικες και γενικά νησιώτικες ιστορίες που διασώζουν πτυχές της παλαιότερης ζωής στα νησιά, ιδίως της Παροναξίας και που συμβάλλουν στη διατήρηση και διάσωση της ελληνικής παράδοσης. Εντυπωσιάζει η απλή αλλά τόσο θερμή γλώσσα της αφήγησης και η δημιουργία έντονων συναισθηματικών καταστάσεων. Τα βιβλία του κ. Μανώλη Κ. Βιλαντώνη τον αναδεικνύουν σε ένα άξιο λογοτέχνη περιωπής.
Νάξος 31 Οκτωβρίου 2013. Γιάννης Λογαράς, φιλόλογος


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται είναι απο συλλογή του Εμμ. Κ. Βιλαντώνη τις οποίες έχουν προσφέρει γνωστοί και φίλοι ή προέρχονται απο το προσωπικό του αρχείο
(παρακαλούμε να μην τις χρησιμοποιείτε χωρίς την δική του άδεια)










Δεν υπάρχουν σχόλια: