Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

"ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΝΑΓΙΟ" απο τις ψαράδικες ιστορίες τουΜαν. Κ. Βιλαντώνη)

"ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΝΑΓΙΟ"    (ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΒΑΡΚΕΣ)
Λένε ότι μια φορά το χρόνο τα ζώα και τα ψάρια μιλάνε μεταξύ τους με ανθρώπινη λαλιά. Δεν έδινα σημασία και πίστευα ότι όλα αυτά είναι παλιές παραδόσεις.
Όμως έτυχε σε μένα ένα βράδυ να κρυφακούσω συζήτηση όχι με ζώα, αλλά με βάρκες και καΐκια. Αλλά, καλύτερα να διηγηθώ αυτό που μου συνέβη.
Στο νησί μου υπάρχει ένα πολύ παλιό καρνάγιο, στο μεγαλύτερο μέρος του δεκάδες  βάρκες
και καΐκια  αφημένες να σαπίζουν πάνω από πενήντα χρόνια και μερικές  εκατό και βάλε.
Σήμερα αρκετοί ψαράδες επαγγελματίες, ακόμη και ερασιτέχνες, βγάζουν για καιρό ή λίγο τα σκάφη τους εκεί.
Εγώ έχω μια βάρκα ερασιτεχνική και μετά τον Σεπτέμβρη τη βγάζω σε αυτό το καρνάγιο και τη ρίχνω πάλι τον Μάιο στην θάλασσα.
Την είχα έξω και παραμονή Πρωτοχρονιάς μου ήρθε η ιδέα να πάω να δώ τη βάρκα μου. Έμπλεξα, όμως, με κάτι φίλους και όταν χωρίσαμε είχε σουρουπώσει για τα καλά. Επειδή ήταν ο δρόμος μου, από εκεί σκέφτηκα: «Δεν πειράζει. Θα περάσω για λίγο να τη  δώ και φεύγω».
Ήταν μια γλυκιά παγωμένη βραδιά. Φτάνοντας από μακριά μου φάνηκαν ακόμη και αυτές οι παλιές βάρκες ότι είχαν βάλει τα καλά τους δεν ήταν σπασμένες και σάπιες και έδειχναν ότι ταξίδευαν υπερήφανες όπως εκείνο τον καιρό.
Πλησίασα πιο κοντά νιώθοντας μέσα μου κάτι μυστήριο να αγκαλιάζει όλο μου το κορμί, άκουσα ψιθυρίσματα και έστησα αυτί. Δεν ήταν ζευγαράκι αλλά σαν φίλες μαζεμένες να συζητούν μεταξύ τους .
«Άσε, ρε φιλενάδα!», να λέει μια φωνή, «οι σημερινές βάρκες είναι όλο φρουφρού και αρώματα, με αφεντικά να τις περιποιούνται, να τις στολίζουν και να μην τις κουράζουν». Και μια άλλη φωνή συμφωνώντας και κοιτώντας μερικές νέες βάρκες απευθυνόμενες σε αυτές συμπλήρωσε: «Λίγο να είναι φουρτούνα σήμερα, δεν πάτε πουθενά! Αν ζούσατε εσείς τότε, δεν θα αντέχατε ούτε ένα μήνα. Εμείς είχαμε πολλά στόματα να θρέψουμε και δουλεύαμε κάθε μέρα και με όλους τους καιρούς!».
Ακούστηκαν κλάματα και μέσα σε αναφιλητά μια φωνή με πολύ πόνο έλεγε: «Εγώ φταίω που νικήθηκα από το μεγάλο κύμα και έπνιξα το αφεντικό μου και άφησα ορφανά τα παιδιά του!». «Έλα Κατερίνα, δεν φταις εσύ. Ο Τραμουντάνας ήθελε να πιει αίμα και μην το σκέπτεσαι» της απάντησε η ίδια βάρκα.
Μια νεανική φωνή ακούστηκε. Ήταν από τις νέες βάρκες, ίσως να ήταν και η δική μου. «Συγνώμη –είπε- και με όλο τον σεβασμό που σας έχουμε, σήμερα οι άνθρωποι κάνουν πιο γερά, σύγχρονα και εξοπλισμένα σκάφη. Όμως όπως και τότε εξυπηρετούμε τα αφεντικά μας και είμαστε τα βασικά εργαλεία στη δουλειά, στη μεταφορά και στη διασκέδαση τους!». «Έχει δίκιο ο πιτσιρίκος!» ακούστηκε μια πολύ γέρικη φωνή και ήταν η βάρκα που μετέφερε τον Μιαούλη τότε που έκαψε την τούρκικη αρμάδα.
Τις άκουσα να εύχονται καλή χρονιά, με λιγότερα ναυάγια για αυτές και τους ναυτικούς, θυμήθηκαν τη βάρκα που ψάρευε ο Κύριος με τους μαθητές του και μνημόνευσαν τον “Τιτανικό”, το αντιτορπιλικό “ Έλλη” στην Τήνο, το “Σάμαινα” στην Πάρο και άλλα εκατομμύρια καράβια μικρά και μεγάλα που χάθηκαν στον βωμό του καθήκοντος .
Δύο καβουράκια είπαν «καληνύχτα» και τρύπωσαν στην χαραμάδα του βράχου. Δεν ακούστηκαν άλλες κουβέντες .
Ξύπνησα. Ήταν νύχτα και ειλικρινά δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή ψέματα αυτά που έζησα …
Σηκώθηκα πολύ πρωί πήγα στο καρνάγιο χάιδεψα όλες τις παλιές βάρκες τους είπα ευχαριστώ που συνεργάστηκαν και βοήθησαν τους παππούδες μου και όλους τους παλιούς ψαράδες ,και μετά πήγα τις νέες .




Δεν υπάρχουν σχόλια: