Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Η νεράιδα και ο ιππότης -(ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ του Μαν. Κ. Βιλαντώνη

alt              ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Η νεράιδα και ο ιππότης
Κράταγαν χεράκι και έδειχναν πολύ ερωτευμένοι. Καθόντουσαν στο πετρόκτιστο παγκάκι κάτω από τα Παλάτια. ‘Ήταν μια ζεστή απογευματινή μέρα αρχές του Ιούλη.
Όσο πλησίαζα προς το μέρος τους διέκρινα ότι ήταν μεγάλοι άνθρωποι .Φτάνοντας
κοντά τους γνώρισα, ήταν ο κύριος  Στέφανος  με την γυναίκα  του.  Πήγα και τους χαιρέτισα.  Με κάλεσαν ευγενικά να καθίσω δίπλα τους.  Απολάμβαναν όπως μου είπαν το λιμάνι, την πόλη και το Ενετικό Κάστρο. Έμεναν μέσα σ, αυτό αλλά τους άρεσε να το βλέπουν και από μακριά.  Από παιδιά  έκαναν βόλτα στα παλάτια, αγαπούσαν τις μακρινές πεζοπορίες και παλιά που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τους άρεσε να κάνουν μακρινούς περιπάτους στο χωμάτινο τότε δρόμο προς της Εγγαρές. Άρχισαν  και μου έλεγαν  για την Νάξο για τις δεκαετίες του 30 και  40.  Μου άρεσαν και μένα όλα αυτά   και τους άκουγα με προσοχή. Είχαν κτήματα ζώα και περιβόλια στα  γύρω χωριά  που τους  τα περιποιόντουσαν αγρότες της περιοχής.
 Τώρα βέβαια άλλαξαν οι καιροί,  μεγαλώσαμε μου είπε και απουσιάζουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα από το νησί .  Τα τελευταία χρόνια τον χειμώνα  πηγαίνουμε στη Γαλλία που μένει η κόρη μας. Τελείωσε εκεί τις σπουδές της, γνώρισε ένα συμμαθητή της πανδρεύτηκαν και έκαναν σπουδαία καριέρα και οικογένεια.  Αυτό τον καιρό τους περιμένουμε με την εγγονούλα μας.  Τα πρόσωπα τους έλαμψαν. Ένιωθαν ευχαριστημένοι που μιλούσαμε, είχαν κλείσει τα 85 τους χρόνια  ήταν μόνοι  και ήθελαν παρέα, μου πρότειναν να βρεθούμε και να τα λέμε , το ήθελα και εγώ με μεγάλη μου ευχαρίστηση.
Συναντηθήκαμε εκείνο το χρόνο δύο φορές.  Γνώρισα και την κόρη τους τον άνδρα  της και το παιδί τους ήταν μια πολύ ωραία οικογένεια. Τον άλλο χρόνο που ήρθαν με κάλεσαν να επισκεφτώ το σπίτι τους στο κάστρο.                                                           
 Τον κύριο  Στέφανο τον γνώριζα  από παιδί. Αγαπούσε τον βαρκάρη πατέρα μου και πάντα τις αποσκευές τους από τα ταξίδια τους εκείνος τις μετέφερε στο σπίτι τους. Πήγαινα και εγώ να τον βοηθήσω και πάντα η γυναίκα του με κερνούσε μια χούφτα μεγάλες καραμέλες.
Ένα απόγευμα αποφάσισα να τους επισκεφτώ. Το σπίτι τους ήταν πραγματικό  αρχοντικό με ένα μαρμάρινο μεγάλο οικόσημο πάνω από την πόρτα της εισόδου στολισμένο κυκλικά με σπαθιά και δάφνες. Ο πατέρας της γυναίκας του από ότι είχα ακούσει ήταν πρέσβης.                                                                                            
Χτύπησα το μεγάλο μπρούτζινο πόμολο, με δέχτηκαν καλόκαρδα.  Το σαλόνι τους ήταν πελώριο με μεγάλα παράθυρα με θέα το βουνό την θάλασσα και στο βάθος τα χωριά της Νάξου. Τα έπιπλα ήταν παλιά σκαλισμένα  αμύθητης αξίας που πάνω τους βρισκόταν σκαλιστά κάδρα με φωτογραφίες από αρχόντισσες με όμορφες φορεσιές και καπελίνα και ιππότες με τα σπαθιά τους. Οι τοίχοι στολισμένοι με  πίνακες μεγάλων ζωγράφων.  Κοίταζα γύρω μου με θαυμασμό .Η κυρία βλέποντας με μου λέει, εδώ γινόταν χοροεσπερίδες και ερχόταν άνθρωποι της υψηλής τότε κοινωνίας.
Ένα καλοδιατηρημένο πιάνο στην άκρη της αίθουσας επιβεβαίωναν τα λεγόμενα της. Η φωνή του κυρίου Στέφανου μας καλούσε στην βεράντα. Καθίσαμε στις αναπαυτικές πολυθρόνες γύρω από το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι.  Η θέα ήταν υπέροχη. Δίπλα μας ήταν η Πάρος και στο βάθος  φαινόταν  η Σύρος η Τήνος η  Δήλος και η Μύκονος. Η  κυρία μας κέρασε γλυκό  κιτρολέμονο που το έφτιαξε η ίδια oπως μου είπε. Είχε μάθει την τέχνη από παλιά  τότε που είχαν πολλά φρούτα από τα περιβόλια τους. Τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας με το υπέροχο ποτό κεράσι τους ευχήθηκα να είναι καλά και πάντα ερωτευμένοι . Ο  κύριος Στέφανος χαριτολογώντας μου είπε, εγώ και η κυρία Μαρί έχουμε μεγάλη ιστορία . Κοιτώντας την στα μάτια σαν να ήθελε να πάρει την άδεια της άρχισε να μου την διηγείται.  Ο πατέρας μου είχε κατάστημα τροφίμων. Το όνειρο του ήταν να συνεχίσω το επάγγελμα του,  αλλά εγώ είχα άλλα όνειρα ήθελα να σπουδάσω και να γίνω γιατρός    όπως και έκανα. Σαν  φοιτητής όταν ερχόμουν στις γιορτές στο νησί τον βοηθούσα. Ήταν  απόκριες  ο πατέρας μου,  μου έδωσε κάποια   τρόφιμα να τα πάω σε κάποιο σπίτι  στο κάστρο. Όταν έφτασα εκεί και χτύπησα την πόρτα στο κατώφλι φάνηκε ένα κορίτσι που στα μάτια μου φαινόταν σαν άγγελος. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και από την πρώτη στιγμή νοιώσαμε μια ακαταμάχητη έλξη .  την κοιτούσα και κείνη με κοιτούσε κοιταζόμαστε πολύ ώρα  της ψέλλισα και της είπα με λένε Στέφανο θα γίνεις γυναίκα μου.
Με λένε Μαρί  και ΄γώ το θέλω μου είπε. Έφυγα τρέχοντας και όταν ο πατέρας μου είδε την αναστάτωση μου δεν κατάλαβε τότε, αλλά μετά από χρόνια κατάλαβε από που προέρχονταν .Προσπάθησα μήνες να την συναντήσω αλλά η κοινωνία για τα κορίτσια ήταν κλειστή δεν κυκλοφορούσαν εύκολα όπως σήμερα. Πήγαινα καμιά φορά στην εκκλησία τους για να δω την Μαρί, ρίχναμε λίγες κλεφτές ματιές, δεν πήγαινα όμως συχνά μη δίνουμε στόχο .Ήταν απόκριες που κατόρθωσε και μου έστειλε ένα μήνυμα με μια φίλη της που μου έγραφε, ότι σε ένα συγκεκριμένο σημείο θα μου άφηνε μια τσάντα με μια στολή ιππότη και μια ξανθιά περούκα, ξανθιά ήταν η φίλη της και είχαν συνεννοηθεί. Εγώ θα την φορούσα και θα πήγαινα σπίτι της μασκαρεμένος. Την στολή την είχαν δώσει οι γονείς της, στην φίλη της και την ήξεραν και δεν θα υποψιάζονταν . Το απόγευμα φόρεσα τη στολή,  την ξανθιά περούκα,  έβαψα όπου φαίνονταν με ρουζ το πρόσωπό μου και με μεγάλο τρακ πήγα σπίτι της .Μου άνοιξε ο πατέρας της με το χέρι μου του έκανα σουτ εκείνος γνώρισε την στολή και νομίζοντας ότι είναι η φίλη της κόρης του μου έδειξε το δωμάτιο που ήταν.
Πέρασα μέσα μεταξύ των πεταχτών φιλιών που δίναμε φωναχτά η Μαρί έκανε ότι δεν με γνώριζε. Αυτό γινόταν χρόνια και όταν τελείωσα τις σπουδές μου πήγα επίσημα να την ζητήσω από τους γονείς της .Αυτοί αρνήθηκαν της είχαν βρει κάποιο γόνο από μεγάλη οικογένεια όπως αυτοί ήθελαν . Ήταν απόκριες που φόρεσα την στολή και πήγα σπίτι τους είχαν κόσμο αρκετοί θείοι της και από ότι έμαθα μετά ήταν και ο γαμπρός που της προόριζαν με την οικογένεια του. Η Μαρί όταν με είδε έτρεξε και με αγκάλιασε και οι   γονείς της με καλοδέχτηκαν νομίζοντας ότι ήμουν η φίλη της . Ήθελα να φύγω αφού κατάλαβα τη συνέβη, φεύγοντας κάποιος θείος της καλοπροαίρετα μου τράβηξε τα μαλλιά και φάνηκε το πρόσωπό μου .Οι δικοί της έπαθαν σοκ το ίδιο και οι συγγενείς της. Η γυναίκα μου όμως δεν τα έχασε ήρθε κοντά μου με αγκάλιασε και είπε. Χρόνια τώρα αυτόν τον άνθρωπο αγαπώ και με αγαπά  θα γίνω γυναίκα του .Kαι αυτό έγινε . Ο πατέρας της δεν της το πολυσυχώρεσε αλλά με τα χρόνια τα πράγματα έγιναν καλύτερα δεν είχαν και άλλο παιδί . Κάθε χρόνο απόκριες φοράω την στολή και μπαίνω στο δωμάτιο της γυναίκας  μου και θυμόμαστε όλη την αγωνία που περάσαμε για να βρεθούμε  λίγο μαζί. Στα τελευταία χρόνια που είμαστε στην Γαλλία αγοράζουμε από εκεί λουλούδια .Ο κύριος Στέφανος σταμάτησε να μιλάει  αρκετά  συγκινημένος αντάλλαξε ένα φιλί με την γυναίκα του. Αυτή είναι αγάπη σκέφτηκα. Ένας χρυσαφένιος ήλιος κρύβονταν μαγευτικά στα βουνά της Πάρου. Σηκώθηκα τους ευχαρίστησαν για το ωραίο απόγευμα και ακόμη που μου άνοιξα την καρδια τους. Βρεθήκαμε και άλλες φορρές μέχρι και στα κτήματα τους πήγαμε. Το Σεπτέμβρη δεν έφυγαν ήθελαν να καθίσουν να κάνουν απόκριες εδώ και μετά να φύγουν. Τις ημέρες των αποκριών με κάλεσαν στο σπίτι τους .
Πήγα φορούσε την στολή του ιππότη και παρόλο που είχε κλείσει τα 87 του έμοιαζε με  νέο, και ωραίο ιππότη, όπως στα παραμύθια, μα και η γυναίκα του με το λευκό μακρύ φόρεμα της έδειχνε σαν νεράιδα.
Τους ευχαρίστησα  από την καρδιά μου που μου χάρισαν αυτές τις συγκινητικές στιγμές μέσα από την ζωή τους.
Μετά τις απόκριες έφυγαν, και το καλοκαίρι δεν ήρθαν, με έπαιρναν και τους έπαιρνα τηλέφωνο, είχαν λίγα προβλήματα υγείας, αλλά το άλλο καλοκαίρι πρώτα ο θεός σίγουρα  θα έρθουμε από νωρίς μου έλεγαν .
Μπήκαν Απόκριες που με πείρε τηλέφωνο η κόρη τους και μέσα από δυνατούς λυγμούς μου είπε τους  γονείς μου τους σκότωσε  ένα αυτοκίνητο  πηγαίνοντας να
 αγοράσουν λουλούδια .
Συγκλονισμένος βγήκα στο δρόμο δύο παιδιά πέρασαν από μπροστά μου ντυμένα το ένα ιππότης και το άλλο νεράιδα .Πήγα  στο πετρόκτιστο παγκάκι κάτω από τα Παλάτια και μετά  αγόρασα δύο τριαντάφυλλα και ανέβηκα αργά τα σκαλιά του κάστρου, έφτασα στη βαριά πόρτα τους και με μεγάλη ευλάβεια τα τοποθέτησα .
Του  Μανώλη Κ. Βιλαντώνη




ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1950-1960:  νέοι και νέες της Νάξου στη Χώρα γλεντούν Αποκριάτικα 


Δεν υπάρχουν σχόλια: